Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικρομπεκάτσινο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μικρομπεκάτσινο τα μικρομπεκάτσινα
      γενική του μικρομπεκάτσινου των μικρομπεκάτσινων
    αιτιατική το μικρομπεκάτσινο τα μικρομπεκάτσινα
     κλητική μικρομπεκάτσινο μικρομπεκάτσινα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικρομπεκάτσινο < μικρο- + μπεκάτσα Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικρομπεκάτσινο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]