μικροοργανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μικροοργανισμός μικροοργανισμοί
γενική μικροοργανισμού μικροοργανισμών
αιτιατική μικροοργανισμό μικροοργανισμούς
κλητική μικροοργανισμέ μικροοργανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικροοργανισμός < μικρόν + οργανισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μικροοργανισμός αρσενικό

  1. ζωντανός οργανισμός, συνήθως μονοκύτταρος, με μέγεθος μικρότερο από 0,1 mm

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]