Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικροσεκόντ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικροσεκόντ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική microseconde. Μορφολογικά αναλύεται σε μικρο- + σεκόντ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mi.kɾo.seˈkond/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μικροσεκόντ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικροσεκόντ ουδέτερο άκλιτο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]