μικροσύγκρουση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μικροσύγκρουση | οι | μικροσυγκρούσεις |
| γενική | της | μικροσύγκρουσης* | των | μικροσυγκρούσεων |
| αιτιατική | τη | μικροσύγκρουση | τις | μικροσυγκρούσεις |
| κλητική | μικροσύγκρουση | μικροσυγκρούσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, μικροσυγκρούσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μικροσύγκρουση θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μικροσύγκρουση
|
|