Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικροφυΐα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μικροφυΐα οι μικροφυΐες
      γενική της μικροφυΐας των μικροφυϊών
    αιτιατική τη μικροφυΐα τις μικροφυΐες
     κλητική μικροφυΐα μικροφυΐες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικροφυΐα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μικροφυΐα < μικροφυής < αρχαία ελληνική μικρός + φύω. Μορφολογικά αναλύεται σε μικρο- + -φυΐα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικροφυΐα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μικροφυΐ αἱ μικροφυΐαι
      γενική τῆς μικροφυΐᾱς τῶν μικροφυϊῶν
      δοτική τῇ μικροφυΐ ταῖς μικροφυΐαις
    αιτιατική τὴν μικροφυΐᾱν τὰς μικροφυΐᾱς
     κλητική ! μικροφυΐ μικροφυΐαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μικροφυΐ
γεν-δοτ τοῖν  μικροφυΐαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικροφυΐα < μικροφυ(ής) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε μικρο- + -φυΐα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικροφυΐα θηλυκό

  • κοντό ύψος, μικρό μέγεθος σώματος