μικρό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μικρό ουδέτερο

  1. (ιδιωματικό) για ανθρώπους το όνομα κάποιου, το βαφτιστικό, το όνομα το οποίο αναγράφεται στην ταυτότητα ως «όνομα»
    ταυτόσημα: μικρό όνομα, (για χριστιανούς:) βαφτιστικό
  2. (γραμματική) το πεζό γράμμα
    αντώνυμα: κεφαλαίο
  3. (ιδιωματικό) το πολύ νεαρό παιδί ανθρώπου ή ζώου
  4. άλλη μορφή του μικρόν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μικρό