μικρόβιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μικρόβιο μικρόβια
γενική μικροβίου μικροβίων
αιτιατική μικρόβιο μικρόβια
κλητική μικρόβιο μικρόβια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικρόβιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική microbe < αρχαία ελληνική μικρός + βίος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mi.ˈkɾɔ.vi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μικρόβιο ουδέτερο

  1. (βιολογία) μονοκύτταρος μικροοργανισμός με μέγεθος μικρότερο από 0,1mm, ορατός μόνο με μικροσκόπιο
  2. (μεταφορικά) (μειωτικά) (οικείο) μικρόσωμος άνθρωπος που δεν τον υπολογίζουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]