μικρόκοσμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μικρόκοσμος μικρόκοσμοι
γενική μικροκόσμου
& μικρόκοσμου
μικροκόσμων
& μικρόκοσμων
αιτιατική μικρόκοσμο μικροκόσμους
& μικρόκοσμους
κλητική μικρόκοσμε μικρόκοσμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικρόκοσμος < μεταγενέστερη ελληνική μικρόκοσμος < μικρός + κόσμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μικρόκοσμος αρσενικό

  • η ύλη όταν μελετάται σε επίπεδο στοιχειωδών σωματιδίων
  • (μεταφορικά) μια μικρή κοινωνία (και καλά μικρή) ή ομάδα ανθρώπων

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]