μιλημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μιλημένος μιλημένη μιλημένο
γενική μιλημένου μιλημένης μιλημένου
αιτιατική μιλημένο μιλημένη μιλημένο
κλητική μιλημένε μιλημένη μιλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μιλημένοι μιλημένες μιλημένα
γενική μιλημένων μιλημένων μιλημένων
αιτιατική μιλημένους μιλημένες μιλημένα
κλητική μιλημένοι μιλημένες μιλημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μιλάω, μιλώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μιλημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: μιλώ
  2. συνεννοημένος
    ήταν μιλημένοι από πριν


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]