μιλιταρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μιλιταρισμός οι μιλιταρισμοί
      γενική του μιλιταρισμού των μιλιταρισμών
    αιτιατική τον μιλιταρισμό τους μιλιταρισμούς
     κλητική μιλιταρισμέ μιλιταρισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιλιταρισμός < γαλλική militarisme < λατινικά militaris < miles

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιλιταρισμός αρσενικό

  1. η διακυβέρνηση της χώρας από στρατιωτικούς, είτε απ' ευθείας είτε παρασκηνιακά
  2. η παρέμβαση του στρατού στα πολιτικά πράγματα
  3. η επικράτηση νοοτροπίας και σκέψης που έχει μεγάλη σχέση με το στρατό και τα στρατιωτικά πράγματα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]