μιμάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιμάς < μίμος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιμάς θηλυκό

  1. θηλυκό του μίμος, γυναίκα που έπαιξε ρόλο μίμου στην αρχαία Ελλάδα

Εναλλακτική γραφή[επεξεργασία]