μιμίδιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μιμίδιο | τα | μιμίδια |
| γενική | του | μιμιδίου & μιμίδιου |
των | μιμιδίων |
| αιτιατική | το | μιμίδιο | τα | μιμίδια |
| κλητική | μιμίδιο | μιμίδια | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μιμίδιο < μιμούμαι + -ίδιο < αρχαία ελληνική μιμέομαι < μῖμος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική meme < mimeme < αρχαία ελληνική μίμημα < μιμέομαι < μῖμος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μιμίδιο ουδέτερο
- (βιολογία, κοινωνιολογία) μονάδα πολιτισμικής πληροφορίας που μεταδίδεται και εξελίσσεται μέσω μίμησης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ανεξάρτητα από γονίδια ή άλλο κληρονομικό υλικό
- (διαδίκτυο, νεολογισμός) εικόνα, φράση ή βίντεο με χιουμοριστικό ή σατιρικό χαρακτήρα που αναπαράγεται και παραλλάσσεται μαζικά στο διαδίκτυο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μιμίδιο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίδιο (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Κοινωνιολογία (νέα ελληνικά)
- Διαδίκτυο (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)