Μετάβαση στο περιεχόμενο

μιμίδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μιμίδιο τα μιμίδια
      γενική του μιμιδίου
& μιμίδιου
των μιμιδίων
    αιτιατική το μιμίδιο τα μιμίδια
     κλητική μιμίδιο μιμίδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μιμίδιο < μιμούμαι + -ίδιο < αρχαία ελληνική μιμέομαι < μῖμος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική meme < mimeme < αρχαία ελληνική μίμημα < μιμέομαι < μῖμος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μιμίδιο ουδέτερο

  1. (βιολογία, κοινωνιολογία) μονάδα πολιτισμικής πληροφορίας που μεταδίδεται και εξελίσσεται μέσω μίμησης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ανεξάρτητα από γονίδια ή άλλο κληρονομικό υλικό
  2. (διαδίκτυο, νεολογισμός) εικόνα, φράση ή βίντεο με χιουμοριστικό ή σατιρικό χαρακτήρα που αναπαράγεται και παραλλάσσεται μαζικά στο διαδίκτυο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]