μισγάγκεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  • μίσγω (σμίγω) + ἀγκών: Το σημείο, η γραμμή που σχηματίζεται, όταν διπλώσουμε στον αγκώνα το χέρι μας[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μισγάγκεια θηλυκό

  • κοίλη χαράδρα (Ιλιάδα δ 453, 492, 26)[2]
  • η των υδάτων σύρροια (Ιλιάδα 497, 16.19)[2]
  • η γραμμή ήτις ακολουθεί το χαμηλότερον τμήμα μιάς κοιλάδος, είτε ευρίσκεται υπό το ύδωρ, είτε όχι. Γενικώς, η γραμμή ήτις ακολουθεί το βαθύτερον ή διάμεσον τμήμα μιας κοίτης
  • εαν δε εις τοιούτον όγκοι πολλά συμβάλλωσιν ύδατα, μισγάγκεια τούτο λέγεται[3]
  • σύρρους υδάτων έν τόπω κοιλώδει[4]
  • Η μέση γραμμή στην κοίτη του ποταμού[1]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • μισγάγγεια[5]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Σύγχρονη χρήση: σε τίτλο βιβλίου «Μισγάγκεια απερινόητη»[6]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 Ίσαλος Γραμμή, Κώστας Ζουράρις
  2. 2,0 2,1 Eustathii, archiepiscopi thessalonicensis: commentarii ad Homeri Iliadem, Eustathius (Archbishop of Thessalonica) sumtibus J.A.G. Weigel, 1828, σελ. 313
  3. Thesaurus graecae linguae ab H. Stephano constructus, Volume 2, Henri Estienne, Edmund Henry Barker, Abraham John Valpy, σελ. 649
  4. Geōrgiou tou Skolariou Apanta ta euriskomena: Oeuvres complètes de Georges Scholarios, Volume 8, Gennadius II (Patriarch of Constantinople) Maison de la Bonne Presse, 1928, σελ. 466
  5. Annae Comnenae Alexias, σελ. 456, Άννης της Κομνηνής, Leib III 180/1 7.99
  6. Μισγάγκεια απερινόητη, Κώστας Ζουράρις, Αρμός, 1999