μισθωτήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μισθωτήριο μισθωτήρια
γενική μισθωτηρίου μισθωτηρίων
αιτιατική μισθωτήριο μισθωτήρια
κλητική μισθωτήριο μισθωτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισθωτήριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μισθωτήριο ουδέτερο

  1. μίσθωση του ακινήτου ή κυριότητα όπου αναγράφεται η ισχύς του μισθίου και η χρήση του και πρέπει επίσης να είναι επικυρωμένο από την αρμόδια τοπική εφορία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]