μισθώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μισθώνω < αρχαία ελληνική μισθός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mi.ˈsθɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

μισθώνω

  1. καταβάλλω μίσθωμα ως ενοικιαστής για κινητή ή ακίνητη περιουσία, προκειμένου να μπορώ να την χρησιμοποιήσω για δικές μου ανάγκες εργασίας ή κατοικίας κ.λπ.
  2. προσλαμβάνω κάποιον, προκειμένου να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία για περιορισμένο χρονικό διάστημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]