Μετάβαση στο περιεχόμενο

μισογεμᾶτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μισογεμᾶτος < μισο- + γεμᾶτος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mi.so.ʝeˈma.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μισογεμᾶτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μισογεμᾶτος, -η, -ον

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μισογεμᾶτος μισογεμάτη τὸ μισογεμᾶτον
      γενική τοῦ μισογεμάτου τῆς μισογεμάτης τοῦ μισογεμάτου
      δοτική τῷ μισογεμάτ τῇ μισογεμάτ τῷ μισογεμάτ
    αιτιατική τὸν μισογεμᾶτον τὴν μισογεμάτην τὸ μισογεμᾶτον
     κλητική ! μισογεμᾶτε μισογεμάτη μισογεμᾶτον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μισογεμᾶτοι αἱ μισογεμᾶται τὰ μισογεμᾶτα
      γενική τῶν μισογεμάτων τῶν μισογεμάτων τῶν μισογεμάτων
      δοτική τοῖς μισογεμάτοις ταῖς μισογεμάταις τοῖς μισογεμάτοις
    αιτιατική τοὺς μισογεμάτους τὰς μισογεμάτας τὰ μισογεμᾶτα
     κλητική ! μισογεμᾶτοι μισογεμᾶται μισογεμᾶτα
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «πρῶτος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές