μισοπεθαμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισοπεθαμένος < μισο- (<μισός) + πεθαμένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μισοπεθαμένος αρσενικό

  1. που είναι κατά το ήμισυ πεθαμένος, που έχει σχεδόν πεθάνει, ημιθανής

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]