μισοτελειώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισοτελειώνω < μισο- (<μισός) + τελειώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μισοτελειώνω

  1. αφήνω ανολοκλήρωτη μια εργασία, την φτάνω σχεδόν στο τέλος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]