μισοψημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισοψημένος < μισο- (<μισός) + ψημένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μισοψημένος αρσενικό

  1. που είναι σχεδόν ψημένος, που δεν έχει ψηθεί καλά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]