μνάομαι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μνάομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mneh₂- (υπενθυμίζω), το οποίο θεωρείται γενικά ως επέκταση της ρίζας *men- (θυμάσαι, έχω κατά νου). Ο όρος μπορεί να προέρχεται πιο συγκεκριμένα από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mnéh₂-ye-tor, το οποίο μπορεί να αποτελεί την πηγή για την σανσκριτική म्नायते (mnāyate). Ωστόσο, ο Μπέκας υποστηρίζει ότι ο όρος πιθανότατα σχηματίστηκε δευτερευόντως με βάση τον αόριστο μνησάμην.[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mná.o.mai̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μνά‐ο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]μνάομαι (αποθετικό ρήμα) (μόνον στους εξακολουθητικούς χρόνους)
- όπως το μιμνήσκομαι· έχω στον νου μου κάποιον ή κάτι με γενική
- στρέφω την προσοχή μου σε κάτι
- «φύγαδε μνώοντο»
- επιθυμώ να κερδίσω την γυναίκα κάποιου, φλερτάρω με αιτιατική προσώπου
- επιδιώκω, επιζητώ χάρη ή αξίωμα
- → λατινική: ambire
Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μετοχή μνωόμενος, γʹ πληθυντικός παρατατικού μνώοντο, ιωνικός γʹ ενικού προστακτικής μνάσκετο.
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μνάομαι σελ. 960 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- μνάομαι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μνάομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.