Μετάβαση στο περιεχόμενο

μνάομαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μνάομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mneh₂- (υπενθυμίζω), το οποίο θεωρείται γενικά ως επέκταση της ρίζας *men- (θυμάσαι, έχω κατά νου). Ο όρος μπορεί να προέρχεται πιο συγκεκριμένα από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mnéh₂-ye-tor, το οποίο μπορεί να αποτελεί την πηγή για την σανσκριτική म्नायते (mnāyate). Ωστόσο, ο Μπέκας υποστηρίζει ότι ο όρος πιθανότατα σχηματίστηκε δευτερευόντως με βάση τον αόριστο μνησάμην.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mná.o.mai̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μνάομαι

μνάομαι (αποθετικό ρήμα) (μόνον στους εξακολουθητικούς χρόνους)

  1. όπως το μιμνήσκομαι· έχω στον νου μου κάποιον ή κάτι με γενική
  2. στρέφω την προσοχή μου σε κάτι
    • «φύγαδε μνώοντο»
  3. επιθυμώ να κερδίσω την γυναίκα κάποιου, φλερτάρω με αιτιατική προσώπου
  4. επιδιώκω, επιζητώ χάρη ή αξίωμα
    λατινική: ambire

Μετοχή μνωόμενος, γʹ πληθυντικός παρατατικού μνώοντο, ιωνικός γʹ ενικού προστακτικής μνάσκετο.

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μνάομαι σελ. 960 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.