μνησίκακος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μνησίκακος < μνησι- (< μνήσις) + -κακoς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mni.ˈsi.ka.kɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

μνησίκακος, -η, -ο

  • αυτός που δεν ξεχνά το κακό που έχει υποστεί και διακατέχεται από έντονη επιθυμία να βλάψει τον υπαίτιο παίρνοντας εκδίκηση.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]