μοίραρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοίραρχος μοίραρχοι
γενική μοιράρχου
& μοίραρχου
μοιράρχων
& μοίραρχων
αιτιατική μοίραρχο μοιράρχους
& μοίραρχους
κλητική μοίραρχε μοίραρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοίραρχος < μοίρα + -αρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοίραρχος αρσενικό

  1. κατώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Χωροφυλακής. Αντίστοιχος βαθμός στο Στρατό Ξηράς είναι ο λοχαγός. Ιεραρχικά είναι ανώτερος του υπομοιράρχου και κατώτερος του ταγματάρχη Χωροφυλακής.
  2. (στρατιωτικός όρος) ανώτερος ή ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, που ηγείται μιας ναυτικής μοίρας
  3. ο διοικητής αεροπορικής μοίρας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]