μογιλάλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μογιλάλος < ελληνιστική κοινή μογιλάλος[1] < αρχαία ελληνική μόγις + λάλος
Επίθετο
[επεξεργασία]μογιλάλος, -ος, -ον
- (αρχαιοπρεπές) βραδύγλωσσος
- (αρχαιοπρεπές) που έχει μεγάλη δυσκολία στην ομιλία ή είναι μουγγός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μογιλάλος
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μογιλάλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Πηγές
[επεξεργασία]- μογιλάλος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)