Μετάβαση στο περιεχόμενο

μοθόπωρον

Από Βικιλεξικό

Ποντιακά (pnt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μοθόπωρον < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μοθόπωρον ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]