μοι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]μοι
- (προσωπική αντωνυμία) α΄ πρόσωπο δοτική ενικού του ἐγώ
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 17 (ρ. Τηλεμάχου καὶ Ὀδυσσέως ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 545
- οὐχ ὁράᾳς, ὅ μοι υἱὸς ἐπέπταρε πᾶσιν ἔπεσσι;
- δεν βλέπεις πως φταρνίστηκε στον λόγο μου κι ο γιος μου;
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- οὐχ ὁράᾳς, ὅ μοι υἱὸς ἐπέπταρε πᾶσιν ἔπεσσι;
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 17 (ρ. Τηλεμάχου καὶ Ὀδυσσέως ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 545
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] η προσωπική αντωνυμία «ἐγώ»