μοιράζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοιράζομαι < παθητική φωνή του ρήματος μοιράζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mi.ˈɾa.zɔ.mε/

Ρήμα[επεξεργασία]

μοιράζομαι

  1. κόβομαι σε κομμάτια για να διανεμηθώ
    η πρωτοχρονιάτικη πίτα μοιράστηκε σε οχτώ κομμάτια
  2. διανέμομαι
    φέτος τα βιβλία άργησαν να μοιραστούν στους μαθητές
  3. (ενεργητική διάθεση) εγώ και κάποιος άλλος παίρνουμε μερίδιο από το ίδιο πράγμα
    η οικογένεια μοιράστηκε με τον ξένο το φτωχικό φαγητό
    • (μεταφορικά) έχω με κάποιον άλλον κοινές εμπειρίες
      εμείς οι δυο μοιραστήκαμε τα ίδια βάσανα και τις ίδιες ελπίδες

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]