μοιχαλίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοιχαλίδα μοιχαλίδες
γενική μοιχαλίδας μοιχαλίδων
αιτιατική μοιχαλίδα μοιχαλίδες
κλητική μοιχαλίδα μοιχαλίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοιχαλίδα < αρχαία ελληνική μοιχαλίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοιχαλίδα θηλυκό

  • αυτή που διέπραξε μοιχεία, που, ενώ είναι παντρεμένη, ήρθε σε σεξουαλική επαφή με άλλον άντρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]