μολασικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μολασικός μολασική μολασικό
γενική μολασικού μολασικής μολασικού
αιτιατική μολασικό μολασική μολασικό
κλητική μολασικέ μολασική μολασικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μολασικοί μολασικές μολασικά
γενική μολασικών μολασικών μολασικών
αιτιατική μολασικούς μολασικές μολασικά
κλητική μολασικοί μολασικές μολασικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μολασικός < αγγλική molassic < molasse + < παλαιά γαλλικά molasse < λατινική mollis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(h₂)moldus (μαλακός, αδύναμος) < *mel- (μαλακός, αδύναμος, τρυφερός)

Επίθετο[επεξεργασία]

μολασικός, -ή, -ό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]