μολεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]μολεμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μολεύω
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μολεμένος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- Όροι με μολεμένος — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)