μολύβι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μολύβι τα μολύβια
      γενική του μολυβιού των μολυβιών
    αιτιατική το μολύβι τα μολύβια
     κλητική μολύβι μολύβια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μολύβι < Από το μόλυβδος.
μαύρο μολύβι (3)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μολύβι ουδέτερο

  1. κοινή ονομασία του μόλυβδου, ένα από τα απλά στοιχεία της φύσης. Σύμβολο: Pb.
  2. (συνεκδοχικά) Τα σκάγια ενός ντουφεκιού, αποτελούμενα από μόλυβδο.
  3. αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη από ξύλο.
  4. (συνεκδοχικά) η ζωγραφιά, το σκίτσο που είναι κατασκευασμένο με μολύβι (3)
  5. (μεταφορικά) πολύ βαρύ αντικείμενο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια