Μετάβαση στο περιεχόμενο

μονή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : μόνη, μονοί, μόνοι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Ι.Μ. Βατοπεδίου Αγίου Όρους.
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μονή οι μονές
      γενική της μονής των μονών
    αιτιατική τη μονή τις μονές
     κλητική μονή μονές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

μονή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μένω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μονή θηλυκό

  • ένας σε αριθμό (θηλυκό του μονός)
    Αυξήσεις στη μονή και διπλή ταρίφα ζητούν τα ταξί
  • μοναστήρι
    ※  Όταν η μονή μετατράπηκε σε κοινόβιο, οι τρεις μεγάλες κοσμούσαν τις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου και οι τέσσερις μικρότερες τα προσκυνητάρια. Οι ποδέες χρησιμοποιούνταν τρεις φορές ετησίως, κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Αγίας Ζώνης και το Πάσχα (Νικόλαος Μερτιμέκης, «.Ποδίαις τρανὲς διὰ μαγκάνου ἐπτά.» του ηγεμόνα της Μολδαβίας Vasile Lupu (1634-1653) στη μονή Βατοπεδίου, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, τόμ. 34, 2013, σελ. 352)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη μένω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

μονή