μονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ι.Μ. Βατοπεδίου Αγίου Όρους.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονή μονές
γενική μονής μονών
αιτιατική μονή μονές
κλητική μονή μονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονή < ελληνιστική κοινή μονή < αρχαία ελληνική μένω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονή θηλυκό

  • ένας σε αριθμό (θηλυκό του μονός)
    Αυξήσεις στη μονή και διπλή ταρίφα ζητούν τα ταξί
  • μοναστήρι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μονή

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]