μοναρχικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μοναρχικός μοναρχική μοναρχικό
γενική μοναρχικού μοναρχικής μοναρχικού
αιτιατική μοναρχικό μοναρχική μοναρχικό
κλητική μοναρχικέ μοναρχική μοναρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μοναρχικοί μοναρχικές μοναρχικά
γενική μοναρχικών μοναρχικών μοναρχικών
αιτιατική μοναρχικούς μοναρχικές μοναρχικά
κλητική μοναρχικοί μοναρχικές μοναρχικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοναρχικός < μοναρχία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μοναρχικός

  1. που αναφέρεται στη μοναρχία
  2. που υποστηρίζει τη μοναρχία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]