μοναχοκόρη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοναχοκόρη < μοναχός (μόνος) + κόρη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοναχοκόρη θηλυκό

  • η μοναδική κόρη μιας οικογένειας, είτε υπάρχουν αρσενικά παιδιά είτε όχι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]