μονεγασκικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονεγασκικός μονεγασκική μονεγασκικό
γενική μονεγασκικού μονεγασκικής μονεγασκικού
αιτιατική μονεγασκικό μονεγασκική μονεγασκικό
κλητική μονεγασκικέ μονεγασκική μονεγασκικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονεγασκικοί μονεγασκικές μονεγασκικά
γενική μονεγασκικών μονεγασκικών μονεγασκικών
αιτιατική μονεγασκικούς μονεγασκικές μονεγασκικά
κλητική μονεγασκικοί μονεγασκικές μονεγασκικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονεγασκικός < γαλλική Monégasque < λιγουριανά munegascu < Munegu (Μονακό)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονεγασκικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το Μονακό ή με τους Μονεγάσκους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]