μονιμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονιμότητα μονιμότητες
γενική μονιμότητας μονιμοτήτων
αιτιατική μονιμότητα μονιμότητες
κλητική μονιμότητα μονιμότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονιμότητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονιμότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του μόνιμου, το να παραμένει κάτι για πολύ χρόνο ή για πάντα στην ίδια θέση ή κατάσταση
  2. η ιδιότητα του μόνιμου εργαζομένου, αυτού που έχει προσληφθεί για να καλύψει οργανική θέση για αόριστο χρόνο
    η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων καθιερώθηκε από το σύνταγμα του 1911

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]