μονιμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μονιμότητα οι μονιμότητες
      γενική της μονιμότητας των μονιμοτήτων
    αιτιατική τη μονιμότητα τις μονιμότητες
     κλητική μονιμότητα μονιμότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονιμότητα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονιμότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του μόνιμου, το να παραμένει κάτι για πολύ χρόνο ή για πάντα στην ίδια θέση ή κατάσταση
  2. η ιδιότητα του μόνιμου εργαζομένου, αυτού που έχει προσληφθεί για να καλύψει οργανική θέση για αόριστο χρόνο
    η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων καθιερώθηκε από το σύνταγμα του 1911

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • (βάσεις δεδομένων) ACID

Μεταφράσεις[επεξεργασία]