μονοκινητήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονοκινητήριος < μόνος + κινητήρας

Επίθετο[επεξεργασία]

μονοκινητήριος, -α, -ο

  1. (μηχανολογία): αυτός που φέρει ή λειτουργεί με ένα κινητήρα
    "μονοκινητήριο αεροσκάφος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]