μονολεκτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μονολεκτικός μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν του Αγγέλου Βλάχου[1] < μονο- + λεκ- (λέξη) + -τικός [2] όπως λεκτικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική d'un mot.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mo.no.le.ktiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μο‐νο‐λε‐κτι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]μονολεκτικός, -ή, -ό
- που αποτελείται από μία μόνο λέξη
- ※ 1871 ⌘ Ἄγγελος Βλάχος, Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν, σελ. 362
- Μονολεκτικὸς (ὁ), qui est d᾿un mot.
Μονολεκτικῶς (ἐπίῤ.), d᾿un mot.
- Μονολεκτικὸς (ὁ), qui est d᾿un mot.
Παρακαλώ να δίνετε μόνο μονολεκτικές απαντήσεις, ένα «ναι» ή ένα «όχι» αρκεί.- ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
- άλλες μορφές: μονολεχτικός [3]
- ※ 1871 ⌘ Ἄγγελος Βλάχος, Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν, σελ. 362
Αντώνυμα
[επεξεργασία]- περιφραστικός
- → δείτε και τη λέξη πολυλεκτικός
Συνυπώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- μονολεκτικά (επίρρημα)
- μονολεκτικώς (επίρρημα)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μονολεκτικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μονολεκτικός, σελ.669, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
- ↑ μονολεκτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μονο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)