μονομάχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονομάχος μονομάχοι
γενική μονομάχου μονομάχων
αιτιατική μονομάχο μονομάχους
κλητική μονομάχε μονομάχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονομάχος < μόνος + -μαχος (< μάχομαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.nɔ.ˈma.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονομάχος αρσενικό

  1. που συμμετέχει με μονομαχία
  2. ο δούλος ή ο επαγγελματίας μαχητής στη αρχαία Ρώμη, ο οποίος μαχόταν, συχνά μέχρι θανάτου, με κάποιον αντίπαλο για την τέρψη των θεατών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]