μονομερής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονομερής μονομερής μονομερές
γενική μονομερούς μονομερούς μονομερούς
αιτιατική μονομερή μονομερή μονομερές
κλητική μονομερή(ς) μονομερής μονομερές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονομερείς μονομερείς μονομερή
γενική μονομερών μονομερών μονομερών
αιτιατική μονομερείς μονομερείς μονομερή
κλητική μονομερείς μονομερείς μονομερή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονομερής < ελληνιστική κοινή μονομερής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονομερής, -ής, -ές

  1. που έχει σχέση μ’ ένα κομμάτι, ένα τμήμα του όλου
  2. που δεν διέπεται από αντικειμενικότητα και πληρότητα
  3. που εκπορεύεται ή πραγματοποιείται από ένα μόνο από δύο ή περισσότερα μέρη
  4. (βιοχημεία) ...

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]