μονοτονικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mo.no.to.niˈko/
τυπογραφικός συλλαβισμός:

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
μονοτονικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μονοτονικός. Εννοείται το ουσιαστικό «σύστημα».

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μονοτονικό ουδέτερο

  • (γραμματική) το μονοτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας στο οποίο χρησιμοποιείται μόνο ένα τονικό σημάδι, που ίσχυσε από το 1982 και μετά αντικαθιστώντας το πολυτονικό σύστημα

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Στο Βικιλεξικό χρησιμοποιείται

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • ※  Νόμος 1228 του 1982, Εφημερίδα Κυβερνήσεως ΦΕΚ 15/11-2-82 (φύλλο 15), τεύχος Α, Άρθρο 2
    Αναζήτηση στο εθνικό τυπογραφείο: Έτος 1982. Τεύχος Α. Αριθμός ΦΕΚ από 15 έως 15
    πηγή pdf Δείτε το Άρθρο 2 στη σελίδα 113. Αθήναι, 30 Ιανουαρίου 1982. Θεωρήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1982. [μεταγραφή σε μονοτονικό]
    Μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ο τονισμός του γραπτού ελληνικού λόγου γίνεται σύμφωνα με το μονοτονικό σύστημα.
    Με Προεδρικά Διατάγματα που θα προταθούν από τους Υπουργούς Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Προεδρίας της Κυβέρνησης, θα καθορισθούν το είδος του μονοτονικού, οι κανόνες του καθώς και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος νόμου στην Εκπαίδευση και στη Διοίκηση.

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
μονοτονικό: κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

μονοτονικό

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μονοτονικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μονοτονικός