μονοφασικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονοφασικός μονοφασική μονοφασικό
γενική μονοφασικού μονοφασικής μονοφασικού
αιτιατική μονοφασικό μονοφασική μονοφασικό
κλητική μονοφασικέ μονοφασική μονοφασικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονοφασικοί μονοφασικές μονοφασικά
γενική μονοφασικών μονοφασικών μονοφασικών
αιτιατική μονοφασικούς μονοφασικές μονοφασικά
κλητική μονοφασικοί μονοφασικές μονοφασικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονοφασικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική monophasic < αρχαία ελληνική μόνος + φάσις

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονοφασικός

  1. (ηλεκτρολογία) που έχει μόνο μία φάση
  2. (ουσιαστικοποιημένο) μονοφασικό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]