Μετάβαση στο περιεχόμενο

μοντάλ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μοντάλ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από την αγγλική modal κατά τη γαλλική προφορά του modal (Χρειάζεται επιβεβαίωση)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈdal/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μοντάλ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μοντάλ ουδέτερο άκλιτο

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]