μοντάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική montare < δημώδης λατινική *mōntāre, απαρέμφατο ενεστώτα τού *mōntō < λατινική mons (βουνό) < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mon- (βουνό)

Ρήμα[επεξεργασία]

μοντάρω (παθητική φωνή: μοντάρομαι)

  1. συναρμολογώ τα επιμέρους τμήματα ή εξαρτήματα μιας συσκευής ή μηχανήματος, ώστε να λειτουργήσει σωστά
  2. κάνω το μοντάζ μιας ταινίας
  3. (μεταφορικά) οργανώνω μια ομάδα ή βάζω στη σωστή σειρά τα επιμέρους στοιχεία μιας διαδικασίας ή προσπάθειας, ώστε να προκύψει το επιθυμητό καλό αποτέλεσμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντάρω < ιταλική montare < δημώδης λατινική *mōntāre, απαρέμφατο ενεστώτα τού *mōntō < λατινική mons (βουνό) < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mon- (βουνό)

Ρήμα[επεξεργασία]

μοντάρω

  1. επιτίθεμαι
  2. φθάνω αθροιστικά μέχρι κάποιο ποσό, ανέρχομαι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]