μοντέρνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μοντέρνος μοντέρνα μοντέρνο
γενική μοντέρνου μοντέρνας μοντέρνου
αιτιατική μοντέρνο μοντέρνα μοντέρνο
κλητική μοντέρνε μοντέρνα μοντέρνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μοντέρνοι μοντέρνες μοντέρνα
γενική μοντέρνων μοντέρνων μοντέρνων
αιτιατική μοντέρνους μοντέρνες μοντέρνα
κλητική μοντέρνοι μοντέρνες μοντέρνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντέρνος < ιταλική moderno < λατινική modernus < modus (μέτρο)< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *med-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈdɛɾ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɔ.ˈdɛɾ.na/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɔ.ˈdɛɾ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μοντέρνος, -α, -ο

  1. που έχει τα χαρακτηριστικά του παρόντος, που τείνει προς το σύγχρονο και την καινοτομία και που αποφεύγει την παράδοση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκσυγχρονισμένος, νεωτεριστικός, σύγχρονος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αναχρονιστικός, ξεπερασμένος, οπισθοδρομικός, παραδοσιακός, συντηρητικός
  2. (για ανθρώπους) που έχει σύγχρονες αντιλήψεις και υιοθετετεί τις τάσεις της εποχής του
  3. (ειδικότερα) που παρακολουθεί τη μόδα κι ακολουθεί το ρεύμα του συρμού
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ντεμοντέ, παλιομοδίτικος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]