μοντελισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μοντελισμός οι μοντελισμοί
      γενική του μοντελισμού των μοντελισμών
    αιτιατική τον μοντελισμό τους μοντελισμούς
     κλητική μοντελισμέ μοντελισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντελισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοντελισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]