μοντερνιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μοντερνιστής οι μοντερνιστές
      γενική του μοντερνιστή των μοντερνιστών
    αιτιατική τον μοντερνιστή τους μοντερνιστές
     κλητική μοντερνιστή μοντερνιστές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντερνιστής < γαλλική moderniste < moderne < λατινική modernus < modus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *med-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοντερνιστής αρσενικό (θηλυκό: μοντερνίστρια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]