Μετάβαση στο περιεχόμενο

μονόζυξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
μονοζῠγ-
ονομαστική μονόζυξ οἱ μονόζυγες
      γενική τοῦ μονόζυγος τῶν μονοζύγων
      δοτική τῷ μονόζυγ τοῖς μονόζυξ(ν)
    αιτιατική τὸν μονόζυγ τοὺς μονόζυγᾰς
     κλητική ! μονόζυξ μονόζυγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μονόζυγε
γεν-δοτ τοῖν  μονοζύγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πτέρυξ' όπως «πτέρυξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μονόζυξ < μονό- + ζυγ(ός) +

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μονόζυξ αρσενικό

  1. που βρίσκεται μόνος στο ζυγό
  2. (για γυναίκα) χωρίς να έχει σύζυγο
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 139 (137-139)
    τὸν αἰχμήεντα θοῦρον εὐνα-
    τῆρ᾽ ἀποπεμψαμένα
    λείπεται μονόζυξ.
    το γενναίο πολεμόχαρον άντρα της
    κατευόδωσε – τώρ᾽ απομένει
    στην ερμιά της μονόταιρη, η θλιμμένη.
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις μόνος και ζυγός