μονόκερως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μονόκερος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονόκερως < αρχαία ελληνική μονόκερως

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονόκερως αρσενικό

  1. που έχει ένα κέρατο
     συνώνυμα: μονοκέρατος
    Ὁ ταῦρος τοῦ Θεοδόση ὁ μονόκερως, ὁ φιλέρημος καὶ μελαγχολικός, καταβὰς πρὸ μικροῦ διὰ νὰ κάμῃ τὸν συνήθη περίπατόν του κάτω εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα, τὸ κατερχόμενον δι᾽ ἑλιγμῶν καὶ βράχων καὶ καταρρακτῶν εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν, ἐξέβαλεν ἕνα θρηνώδη μυκηθμόν, εἶτα ἔμεινεν ἐξηπλωμένος, ἀπαθής, ἀκίνητος, δεχόμενος ἐπὶ τῶν νώτων ὅλον τὸν κρύον λουτῆρα τῆς καταιγίδος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Γλυκοφιλούσα)
  2. (μυθολογία) μυθολογικό άλογο με κέρατο στο μέτωπο
  3. (αστρονομία) αστερισμός που βρίσκεται νότια των Διδύμων και βόρεια του Μεγάλου Κυνός

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μονόκερως μονόκερως μονόκερων μονόκερῳ μονόκερῳ μονόκερα
Γενική μονόκερω μονόκερω μονόκερω μονόκερων μονόκερων μονόκερων
Δοτική μονόκερῳ μονόκερῳ μονόκερῳ μονόκερῳς μονόκερῳς μονόκερῳς
Αιτιατική μονόκερων μονόκερων μονόκερων μονόκερως μονόκερως μονόκερα
Κλητική μονόκερως μονόκερως μονόκερων μονόκερῳ μονόκερῳ μονόκερα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μονόκερω μονόκερω
Γενική-Δοτική μονόκερῳν μονόκερῳν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονόκερως < μονός + κέρας

Επίθετο[επεξεργασία]

μονόκερως, -ως, -ων


Άλλες μορφές[επεξεργασία]


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μονόκερως μονοκέρωτε μονοκέρωτες
Γενική μονοκέρωτος μονοκερώτοιν μονοκερώτων
Δοτική μονοκέρωτι μονοκερώτοιν μονοκέρωσι(ν)
Αιτιατική μονοκέρωτα μονοκέρωτε μονοκέρωτας
Κλητική μονόκερως μονοκέρωτε μονοκέρωτες

μονόκερως αρσενικό