μονόλογος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μονόλογος | οι | μονόλογοι |
| γενική | του | μονόλογου & μονολόγου |
των | μονόλογων & μονολόγων |
| αιτιατική | τον | μονόλογο | τους | μονόλογους & μονολόγους |
| κλητική | μονόλογε | μονόλογοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μονόλογος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monologue < αρχαία ελληνική μόνος + λόγος < λέγω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /moˈno.lo.ɣos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μο‐νό‐λο‐γος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μονόλογος αρσενικό
- συνεχής λόγος ενός προσώπου, που έχει μια σχετική διάρκεια και δεν διακόπτεται από συνομιλητή
- ※ Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- μονολογία
- μονολογικός
- μονολογίτικος
- μονολογώ
- → δείτε τις λέξεις μόνος και λέγω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)