μονόξυλο

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

Σλαβικό μονόξυλο του 10ου αι.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονόξυλο μονόξυλα
γενική μονόξυλου μονόξυλων
αιτιατική μονόξυλο μονόξυλα
κλητική μονόξυλο μονόξυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

μονόξυλο < αρχαία ελληνική μονόξυλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

μονόξυλο ουδέτερο

  1. σκάφος που κατασκευάζεται από ένα μοναδικό κορμό ξύλου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]